Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανοχή στα γαλλικά
ανοχή
λέγεται
ano’hi
.
ανοχή
σημαίνει στα γαλλικά
tolérance
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανοχή / διάκενο : jeu mécanique
- ανοχή / φθορά : réfaction
- ανοχή / διάκενο : jeu
- ανοχή : tolérance dimensionnelle
- ανοχή : tolérance
- εθισμός / επίκτητη ανοχή προς τα φάρμακα : accoutumance
- μικρή ανοχή : tolérance étroite
- ανοχή ηχούς : tolérance aux échos
- ανοχή θέσης : tolérance de position
- ανοχή στόλου : marge de tolérance (de flotte)
Subscribe
0 Comments


