Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανυψώνω στα γαλλικά
ανυψώνω
λέγεται
ani’psono
.
ανυψώνω
σημαίνει στα γαλλικά
élever / rehausser
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
