Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανύψωση στα γαλλικά
ανύψωση
λέγεται
a’nipsosi
.
ανύψωση
σημαίνει στα γαλλικά
élévation
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανύψωση : envol
- ανύψωση : soulèvement
- ανύψωση : élévation
- ανύψωση : émergence
- ανύψωση : levage
- ανύψωση : site / élévation
- ανύψωση / επέκταση : rancher / rehausse
- ανύψωση : tirage vers le haut
Subscribe
0 Comments


