Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

απάθεια στα γαλλικά
απάθεια
λέγεται
a’pathia
.
απάθεια
σημαίνει στα γαλλικά
apathie / impassibilité
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- απάθεια : apathie
- επίκτητη απάθεια / επίκτητη χαύνωση : stupeur acquise
- παράδοξος απάθεια : apathie paradoxale
- ωραία αδιαφορία ή απάθεια : belle indifférence
- συναισθηματική απάθεια του BAELZ : paralysie émotive de v.Baelz / stupeur émotionnelle de v.Baelz
Subscribe
0 Comments


