Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

απαγορεύω στα γαλλικά
απαγορεύω
λέγεται
apayo’reνο
.
απαγορεύω
σημαίνει στα γαλλικά
interdire / défendre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- απαγορεύω : faire obstacle à
- επιτρέπω, εποπτεύω ή απαγορεύω την κυκλοφορία ενός έργου : permettre, surveiller ou interdire ... la circulation d'un ouvrage
- απαγορεύω την εγκατάλειψη, την απόρριψη και την ανεξέλεγκτη διάθεση αποβλήτων : interdire l'abandon, le rejet et l'élimination incontrôlée des déchets
Subscribe
0 Comments


