Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αποπληξία στα γαλλικά
αποπληξία
λέγεται
apopli’ksia
.
αποπληξία
σημαίνει στα γαλλικά
apoplexie / coup de sang
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αποπληξία : attaque d'apoplexie
- αποπληξία : apoplexie / folletage
- αποπληξία : apoplexie / attaque cérébrale
- αποπληξία : apoplexie / ictus apoplectique
- αναφυλακτικό σόκ / αναφυλακτική αντίδραση : choc anaphylactique / crise colloïdoclasique
- ελαφρά αποπληξία : subapoplexie
- υποφυσιακή αποπληξία : apoplexie hypophysaire
- τριχοειδής αποπληξία : apoplexie capillaire
- παγκρεατική αποπληξία / οξεία αιμορραγική παγκρεατίτιδα : pancréatite hémorragique aiguë
- αποπληξία της κερασιάς : apoplexie des cerisiers
Subscribe
0 Comments


