Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αποσπώ στα γαλλικά
αποσπώ
λέγεται
apo’spo
.
αποσπώ
σημαίνει στα γαλλικά
détacher / arracher / extorquer / détourner
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Εξάγω / αποσπώ : isoler / extraire
- αποσπώ : détacher
- εξάγω / αποσπώ : prélever
- αποσπώ / αποστέλλω : détacher
- αντλώ / αποσπώ : soutirer
- αποσπώ υπάλληλο σε άλλο όργανο : détacher un fonctionnaire dans une autre institution
Subscribe
0 Comments


