Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ασθενοφόρο στα γαλλικά
ασθενοφόρο
λέγεται
astheno’foro
.
ασθενοφόρο
σημαίνει στα γαλλικά
ambulance
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φορείο ασθενών / ασθενοφόρο αυτοκίνητο : ambulance
- ασθενοφόρο όχημα : ambulance / véhicule de sauvetage
- ασθενοφόρο αεροπλάνο : avion-ambulance
- ασθενοφόρο ελικόπτερο : hélicoptère ambulance
- ασθενοφόρο αυτοκίνητο : voiture-ambulance
- αεροπορικό ασθενοφόρο : aéronef sanitaire
Subscribe
0 Comments


