Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αφή στα γαλλικά
αφή
λέγεται
a’fi
.
αφή
σημαίνει στα γαλλικά
toucher
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αφή : estimation au toucher
- αφή / χέρι : toucher
- πιάσιμο / σκληρό στην αφή : toucher dur
- μπόλικο / γεμάτο στήν αφή : toucher plein
- απαλή αφή / απαλό στό πιάσιμο : toucher doux
- επώδυνη αφή / πόνος κατά την αφή : haphalgésie
- αφή χαρτιού / αίσθηση χαρτιού : toucher papier
- αφή μαλλιού / αίσθηση μαλλιού : toucher laineux
- ελαστική αφή : élasticité au toucher
- ξηρό στην αφή : sec au toucher
Subscribe
0 Comments


