Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βαζελίνη στα γαλλικά
βαζελίνη
λέγεται
vaze’lini
.
βαζελίνη
σημαίνει στα γαλλικά
vaseline
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βαζελίνη : vaseline
- βαζελίνη : vaseline / pétrolatum
- παραφινέλαιο / υγρή βαζελίνη : huile de paraffine
- οξειδωμένη βαζελίνη : vaseline oxydée / pétrolatum oxydé
- ακατέργαστη βαζελίνη : pétrolatum / vaseline brute
- βαζελίνη που έχει καθαριστεί : vaseline purifiée
- βαζελίνη που έχει αποχρωματισθεί : vaseline blanche / vaseline décolorée
Subscribe
0 Comments


