Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βιράρω στα γαλλικά
βιράρω
λέγεται
vi’raro
.
βιράρω
σημαίνει στα γαλλικά
lever
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αίρω / ανυψώ : virer / embarquer le mou
- βιράρω : virer
- ανασπώ άγκυρα / σηκώνω άγκυρα : lever l'ancre / remonter l'ancre
- τραβώ την άγκυρα / ανασπώ την άγκυρα : lever l'ancre / rentrer l'ancre
Subscribe
0 Comments


