Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βλέφαρο στα γαλλικά
βλέφαρο
λέγεται
’vlefaro
.
βλέφαρο
σημαίνει στα γαλλικά
paupière
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βλεφαρο-ρινική πτυχή : repli palpébro-nasal
- διόγκωση υπό το βλέφαρο : tuméfaction sous-palpébrale
Subscribe
0 Comments


