Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βοηθητικός στα γαλλικά
βοηθητικός
λέγεται
voithiti’kos
.
βοηθητικός
σημαίνει στα γαλλικά
auxiliaire
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ψευδονομέας / βοηθητικός νομέας : faux couple
- κόντρα άξονας / βοηθητικός άξονας : arbre secondaire de renvoi
- παρακαμπτήριος / βοηθητικός αγωγός : bipasse / dérivation
- βοηθητικός μυς : muscle accessoire
- παρακαμπτήριος / πλάγια διέξοδος : by-pass
- πόλος μεταγωγής / πόλος βοηθητικός : pôle auxiliaire / pôle de commutation
- βαλβίδα ανάγκης / βαλβίδα βοηθητική : robinet du frein de secours
- βοηθητικός χώρος : réserve
- βοηθητικός φακός : bonnette / lentille additionnelle
- βοηθητικός φανός : feu auxiliaire
Subscribe
0 Comments


