Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βουλώνω στα γαλλικά
βουλώνω
λέγεται
vu’lono
.
βουλώνω
σημαίνει στα γαλλικά
boucher / fermer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- βουλώνω : mastiquer
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
