Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βουνοκορφή στα γαλλικά
βουνοκορφή
λέγεται
vunokor’fi
.
βουνοκορφή
σημαίνει στα γαλλικά
sommet
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υπεροριζοντική διάδοση με περίθλαση σε βουνοκορφή : propagation transhorizon avec diffraction sur une crête de montagne
Subscribe
0 Comments


