Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

βουτώ στα γαλλικά
βουτώ
λέγεται
vu’to
.
βουτώ
σημαίνει στα γαλλικά
tremper / plonger / piquer / attraper
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
