Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

γάλα στα γαλλικά
γάλα
λέγεται
’yala
.
γάλα
σημαίνει στα γαλλικά
lait
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γάλα : lait
- πύαρ / πρωτόγαλα : lait maternel
- ΑΓΣ / αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη : LEP / lait écrémé en poudre
- ΗΑΓΣ / ημιαποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη : lait demi-écrémé en poudre / lait en poudre partiellement écrémé
- UHT / γάλα τύπου UHT : UHT / lait UHT
- ΑΓΣ / αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη : LEP / lait écrémé en poudre
- πήγμα / στάλπη : caillé lactique
- ΠΓΣ / πλήρες γάλα σε σκόνη : LCP / lait entier en poudre
- τυρόπηγμα / πηγμένο γάλα για τυρί : caillebotte
- νωπό γάλα : lait frais
Subscribe
0 Comments


