Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

γλυκό στα γαλλικά
γλυκό
λέγεται
yli’ko
.
γλυκό
σημαίνει στα γαλλικά
gâteau
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γλυκό : doux
- E487 / εστέρας γλυκο-πολυεθυλενίου : E487 / ester polyéthylèneglycolique
- γλυκό ύδωρ : eau douce
- γλυκό νερό / γλυκέα ύδατα : eau douce / eaux douces
- γλυκό νερό / μαλακό νερό : eau douce
- πετροκέρασο / γλυκό κεράσι : guigne
- γλυκό λούπινο : lupin doux
- γλυκό καλαμπόκι : maïs doux / maïs sucré
- φυσικό γλυκό κρασί / οίνος γλυκύς φυσικός : vin doux naturel
- γλυκο-επτονικό ασβέστιο : glucoheptonate de calcium
Subscribe
0 Comments


