Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

γύρη στα γαλλικά
γύρη
λέγεται
’jiri
.
γύρη
σημαίνει στα γαλλικά
pollen
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γύρη : pollen
- φόρτιση με γύρη : charge de pollen / charge pollinique
- κηρήθρα με γύρη : rayon à pollen
- συλλέγω γύρη και νέκταρ : butiner
- αλλεργία από γύρη σφενδάμου : allergie à l'érable
Subscribe
0 Comments


