Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δίνω στα γαλλικά
δίνω
λέγεται
’dhino
.
δίνω
σημαίνει στα γαλλικά
donner
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- συναινώ / συγκατατίθεμαι : donner son adhésion
- εκτρέπω / αλλάζω διευθέτηση : détourner / changer les dispositions
- δίνω όρκο : prêter serment
- δίνω συνταγή / χορηγώ φάρμακα : prescrire des médicaments
- δίνω απόχρωση : mise à la teinte
- δίνω στη δημοσιότητα : rendre public
- ένορκη μαρτυρική κατάθεση / καταθέτω προφορικά (δίνω προφορική κατάθεση) : déposition
- δίνω προτεραιότητα στις παραγγελίες : honorer en priorité les commandes
- δίνω στη σύμβαση ρεαλιστικό χαρακτήρα : donner à la Convention un caractère pragmatique
Subscribe
0 Comments


