Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δεσμίδα στα γαλλικά
δεσμίδα
λέγεται
dhe’zmidha
.
δεσμίδα
σημαίνει στα γαλλικά
liasse
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δεσμίδα : botte
- δεσμίδα : gerbe
- δέσμη / δεσμίδα : grappe / agrégat
- δεσμίδα : poignée / poignée de lin
- δεσμίδα : lot
- γενειάδα / μήκος ινών : fibre
- δεσμίδα φύλλων : manoque
- δεσμίδα επαφών : banc de contacts
- μυϊκή δεσμίδα : faisceau musculaire
Subscribe
0 Comments


