Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δημοπρασία στα γαλλικά
δημοπρασία
λέγεται
dhimopra’sia
.
δημοπρασία
σημαίνει στα γαλλικά
vente publique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δημοπρασία : procédure d'appel d'offres
- δημοπρασία / ανοικτή δημοπρασία : adjudication ouverte / adjudication publique
- δημοπρασία : vente publique
- δημοπρασία / διαγωνισμός : adjudication
- αποθετήριο / Δημοπρασία ολλανδικού τύπου : dépositaire / agent dépositaire
- προσφορά / προσφορά τιμής σε δημοπρασία : offre (Preferred) / soumission
- πλειστηριασμός / πωλήσεις με δημοπρασία : vente aux enchères
- δημοπρασία σταθερού επιτοκίου / δημοπρασία με καθορισμένο επιτόκιο : adjudication de volume / appel d'offres à taux fixe
- Δημοπρασία ποσού : Adjudication de volume
- ειδική δημοπρασία : adjudication particulière
Subscribe
0 Comments


