Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διάρρηξη στα γαλλικά
διάρρηξη
λέγεται
’dhjariksi
.
διάρρηξη
σημαίνει στα γαλλικά
cambriolage / effraction
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- υδραυλική ρωγμάτωση / διάρρηξη : hydrofracturation / fracturation hydraulique
- υδραυλική ρωγμάτωση / διάρρηξη : fracturation hydraulique
- διάρρηξη / ρήξη κεντρικού αγωγού : rupture de conduite générale
- διάρρηξη : fissure
- έκρηξη / σκάσιμο : éclatement
- κήλη / ρήξη : hernie
- κύρια διάρρηξη : cassure principale
- διάρρηξη πέλους : gonflant
- διάρρηξη κυττάρων : éclatement des cellules
- αντοχή στη διάρρηξη / αντοχή συνοχής των μορίων : résistance à l'éclatement
Subscribe
0 Comments


