Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διάρροια στα γαλλικά
διάρροια
λέγεται
’dhjaria
.
διάρροια
σημαίνει στα γαλλικά
diarrhée
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διάρροια : diarrhée
- οξεία διάρροια : diarrhée aiguë
- λευκή διάρροια : diarrhée blanche
- χρονία διάρροια : diarrhée chronique
- τοξική διάρροια : diarrhée toxique
- υδαρής διάρροια : diarrhée acqueuse
- χυλώδης διάρροια : diarrhée chyleuse
- ηπατική διάρροια : diarrhée hépatique
- σηπτική διάρροια : diarrhée de putréfaction
- κοπρική διάρροια : diarrhée stercoraire
Subscribe
0 Comments


