Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διακόπτω στα γαλλικά
διακόπτω
λέγεται
dhja’kopto
.
διακόπτω
σημαίνει στα γαλλικά
interrompre / rompre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διακόπτω : fonctionner
- ρίπτω / αποβάλλω : avorter / larguer
- διακόπτω : interrompre
- κόβω / διακόπτω : arrêter l'alimentation
- μετάγω / διακόπτω : commuter
- διακόπτω / αποσυνδέω : débrancher
- κλείνω τον αυλό / διακόπτω την παροχή αυλού : fermer la lance
- κόβω τη σύνδεση / διακόπτω τη σύνδεση : couper la communication
- κόβω ένα κύκλωμα / διακόπτω ένα κύκλωμα : couper un circuit
- διακόπτω πλοήγηση : suspendre le pilotage
Subscribe
0 Comments


