Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

διακόπτω στα γαλλικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
διακόπτω
λέγεται
dhja’kopto
.
διακόπτω
σημαίνει στα γαλλικά
interrompre / rompre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • διακόπτω : fonctionner
  • ρίπτω / αποβάλλω : avorter / larguer
  • διακόπτω : interrompre
  • κόβω / διακόπτω : arrêter l'alimentation
  • μετάγω / διακόπτω : commuter
  • διακόπτω / αποσυνδέω : débrancher
  • κλείνω τον αυλό / διακόπτω την παροχή αυλού : fermer la lance
  • κόβω τη σύνδεση / διακόπτω τη σύνδεση : couper la communication
  • κόβω ένα κύκλωμα / διακόπτω ένα κύκλωμα : couper un circuit
  • διακόπτω πλοήγηση : suspendre le pilotage

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments