Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διαμένω στα γαλλικά
διαμένω
λέγεται
dhja’meno
.
διαμένω
σημαίνει στα γαλλικά
résider / demeurer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διαμένω : résider
- διαμένω νόμιμα στο έδαφος της Κοινότητας : se trouver en situation régulière sur le territoire de la Communauté
Subscribe
0 Comments


