Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διαπίστωση στα γαλλικά
διαπίστωση
λέγεται
dhja’pistosi
.
διαπίστωση
σημαίνει στα γαλλικά
constatation
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- διαπίστωση / διαπιστώσεις του ελέγχου : résultat / observation
- ACAA / ΣΔΣΑ : ACAA / accord sur l'évaluation de la conformité et l'acceptation des produits industriels
- δοκιμή λειτουργίας / δοκιμή για διαπίστωση αστοχίας : test de défaillance
- σημαντική διαπίστωση : résultat significatif
- διαπίστωση γεγονότων : établissement des faits
- διαπίστωση παράβασης : détection des infractions
- διαπίστωση διαστάσεων / υπολογισμός διαστάσεων : dimensionnement
- διαπίστωση εισοδημάτων : constatation des revenus
- διαπίστωση μη συμμόρφωσης : détermination de non-conformité
Subscribe
0 Comments


