Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

διαρρέω στα γαλλικά
διαρρέω
λέγεται
dhja’reo
.
διαρρέω
σημαίνει στα γαλλικά
il y a des fuites
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δακρύζω / διαρρέω ελαφρά : suinter / suintement
Subscribe
0 Comments


