Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δικηγόρος στα γαλλικά
δικηγόρος
λέγεται
dhiki’yoros
.
δικηγόρος
σημαίνει στα γαλλικά
avocat
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δικηγόρος : avocat
- δικηγόρος (avoué) : avoué
- πληρεξούσιος δικηγόρος : avocat assistant ou représentant une partie
- δικηγόρος (παρ'Εφέταις) : avocat à la Cour
- δικηγόρος παρά πρωτοδίκαις : avocat / juriste
- δικηγόρος εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο : avocat inscrit au barreau
- δικηγόρος εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο : un avocat inscrit à un barreau
- δικηγόρος που ορίζεται για να εκπροσωπήσει τον ενδιαφερόμενο : avocat désigné pour assister l'intéressé
- δικηγόρος εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο κράτους μέλους : avocat inscrit à un barreau de l'un des Etats membres
- δικηγόρος ο οποίος δικαιούται να ασκεί δικηγορία στο έδαφος κράτους μέλους : avocat habilité à exercer sur le territoire d'un des Etats membres
Subscribe
0 Comments


