Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δορυφόρος στα γαλλικά
δορυφόρος
λέγεται
dhori’foros
.
δορυφόρος
σημαίνει στα γαλλικά
satellite
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δορυφόρος : satellite
- δορυφόρος : GEOLE
- δορυφόρος : GEOPAUSE
- δορυφόρος : satellites / satellites du différentiel
- δορυφόρος : doryphore / doryphore de la pomme de terre
- υπόκεντρο / κέντρο-δορυφόρος : centre satellite
- δορυφόρος TOS / δορυφόρος TIROS : satellite TOS
- δορυφόρος ιός : virus satellite
- ADEOS / προηγμένος δορυφόρος παρατήρησης της Γης : plate-forme ADEOS
Subscribe
0 Comments


