Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δουλειά στα γαλλικά
δουλειά
λέγεται
dhu’lja
.
δουλειά
σημαίνει στα γαλλικά
travail / boulot
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δουλεία : esclavage
- δουλεία : servitude / droit d'usage
- δουλεία : servitude
- δουλεία : tenure
- δουλεία θέας / δικαίωμα φωτισμού : servitude de vue
- μερική δουλεία : servitude
- δουλεία διελεύσεως / δουλεία διόδου : droit de passage / jouissance de passage
- αστική δουλεία / πολεοδομική δουλεία : servitude d'urbanisme
- δεύτερη δουλειά / διπλοαπασχόληση : travail au noir
Subscribe
0 Comments


