Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δύσκολα στα γαλλικά
δύσκολα
λέγεται
’dhiskola
.
δύσκολα
σημαίνει στα γαλλικά
difficilement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δύσκολα διαθέσιμα απόβλητα : déchet encombrant
- δύσκολα ρευστοποιήσιμος τίτλος : titre illiquide
- προστατευτικό ένδυμα που αναφλέγεται δύσκολα : vêtement de protection difficilement inflammable
- άνεργος που βρίσκει δύσκολα μια νέα θέση εργασίας : chômeur difficile à placer / chômeur difficilement plaçable
Subscribe
0 Comments


