Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εισάγω στα γαλλικά
εισάγω
λέγεται
i’sayo
.
εισάγω
σημαίνει στα γαλλικά
importer / introduire
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εισάγω : injecter
- ασκώ / εισάγω : engager
- μυώ / εισάγω : initier
- εισάγω / εισχωρώ : rentrer
- εισάγω / ενθέτω : encarter
- κρούω / εισάγω δια κρούσεως : battre
- καταχωρώ / εγγράφω επισήμως : enregistrer
- εισάγω παράγραφο : rentrer / renfoncer
- εισάγω πρόσμειξη : doper
- εισάγω εικόνες γραφικών : importer un graphique / récupérer un graphique
Subscribe
0 Comments


