Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εκτεταμένος στα γαλλικά
εκτεταμένος
λέγεται
ekteta’menos
.
εκτεταμένος
σημαίνει στα γαλλικά
étendu / vaste
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- τεταμένος / τεντωμένος : redressé sous tension
- εκτεταμένος δρομέας : curseur étendu / curseur de sélection
- εκτεταμένος χαρακτήρας : caractère large / caractère élargi
Subscribe
0 Comments


