Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εκχωρώ στα γαλλικά
εκχωρώ
λέγεται
ekho’ro
.
εκχωρώ
σημαίνει στα γαλλικά
céder
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εκχωρώ : allouer / affecter
- εκχωρώ χρώμα : attribuer couleur
- εκχωρώ ένταση : attribuer intensité
- εκχωρώ δικαίωμα / μεταβιβάζω δικαίωμα : déléguer un droit
- εκχωρώ δικαίωμα : conférer un droit
- εκχωρώ ένα δικαίωμα : céder un droit
- εκχωρώ πόρους στις εργασίες : affecter des ressources à des tâches
- εκχωρώ χρονικές περιόδους στους πόρους : affecter un calendrier à des resources
Subscribe
0 Comments


