Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εμβολιάζω στα γαλλικά
εμβολιάζω
λέγεται
envoli’azo
.
εμβολιάζω
σημαίνει στα γαλλικά
vacciner
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δαμαλίζω / εμβολιάζω : semer
- εμβολιάζω / εκτελώ εμβολιασμό : semer
Subscribe
0 Comments


