Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ενήλικος στα γαλλικά
ενήλικος
λέγεται
e’nilikos
.
ενήλικος
σημαίνει στα γαλλικά
majeur / adulte
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ενήλικος : adulte
- προστατευόμενος ενήλικος : majeur protégé
- ανίκανος για δικαιοπραξία ενήλικος : majeur incapable
Subscribe
0 Comments


