Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ενδεχόμενο στα γαλλικά
ενδεχόμενο
λέγεται
endhe’homeno
.
ενδεχόμενο
σημαίνει στα γαλλικά
éventualité
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ενδεχόμενο μίσθωμα : loyer conditionnel
- προσδοκόμενο ενεργητικό / ενδεχόμενο περιουσιακό στοιχείο : actif éventuel / avoir conditionnel
- εμποδίζω τη μετατόπιση επίπλου / δεν επιτρέπω τη μετατόπιση επίπλου : empêcher le mobilier de riper
- ενδεχόμενο μελλοντικό πιστωτικό άνοιγμα : exposition future potentielle / risque de crédit potentiel futur
- δικαστήρια...με ενδεχόμενο αποτέλεσμα την τροποποίηση ή την ανατροπή του καθορισμού : tribunaux ... qui pourront modifier ou infirmer cette détermination
Subscribe
0 Comments


