Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εξασφάλιση στα γαλλικά
εξασφάλιση
λέγεται
eksas’falisi
.
εξασφάλιση
σημαίνει στα γαλλικά
garantie
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εξασφάλιση / πραγματική εγγύηση : sûreté réelle / garantie réelle
- κοινός πιστωτής / πιστωτής χωρίς εξασφάλιση : créancier ordinaire
- εγγύηση κυκλοφορίας / εξασφάλιση κυκλοφορίας : garantie de trafic
- μειωμένη εξασφάλιση : subordination / désistement de rang
- εξασφάλιση ποιότητας : assurance de la qualité
- εξασφάλιση πρώτης ύλης : protection des matières premières
- εξασφάλιση των φορτίων : assujettissement de la cargaison
- εξασφάλιση αξιοπιστίας : assurance fiabilité
- εξασφάλιση ανταπόκρισης : coordination des correspondances
- εγγύηση της θέσης εργασίας / εξασφάλιση της θέσης εργασίας : garantie de l'emploi
Subscribe
0 Comments


