Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

επαφή στα γαλλικά
επαφή
λέγεται
epa’fi
.
επαφή
σημαίνει στα γαλλικά
contact
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- επαφή / επαφέας : dispositif de contact
- επαφή : contact
- επαφή / τμήμα επαφής : contact / pièce de contact
- επαφή / σχέση : contact
- επαφή / σύνδεση : jonction
- επαφή / σχέσις ιατρού-ασθενούς : contact / relation médecin-malade
- επαφή / κανών της επαφής : contiguité
- επαφή : contiguité
Subscribe
0 Comments


