Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

επεκτείνω στα γαλλικά
επεκτείνω
λέγεται
epek’tino
.
επεκτείνω
σημαίνει στα γαλλικά
prolonger / agrandir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- επεκτείνω / παρεκβάλλω : extrapoler
- επεκτείνω το πεδίο κάλυψης της αναφοράς : élargir le champ de déclaration
- επεκτείνω το πεδίο ισχύος μιας συλλογικής σύμβασης : étendre une convention collective
- επεκτείνω την ισχύ της επικύρωσης ή της προσχώρησης : étendre les effets de la ratification ou de l'adhésion
Subscribe
0 Comments


