Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

εύκολα στα γαλλικά
εύκολα
λέγεται
’efkola
.
εύκολα
σημαίνει στα γαλλικά
facilement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- γλυκοφιλία / κατάστασις κατά την οποία επέρχεται εύκολα η υπεργλυκαιμία με ελάχιστη ποσότητα γλυκόζης : glycophilie
- ο μη συγκινούμενος εύκολα : hypothymique
- εύκολα αποδομούμενη ουσία : substance facilement dégradable
- εύκολα λευκαινόμενος πολτός : pâte facile à blanchir
- εύκολα προσβάσιμο στο χρήστη : facilement accessible à l'utilisateur
- υποδήματα ασφαλείας που βγαίνουν εύκολα : chaussure de sécurité facile à enlever
- Γυαλί εύτηκτο που εύκολα κρυσταλλώνεται : verre dévitrifiable pour soudure
- περιουσιακό στοιχείο ευχερώς προσπελάσιμο / περιουσιακό στοιχείο εύκολα ρευστοποιήσιμο : actif facilement mobilisable
- τιμή που δεν μπορεί να προσδιοριστεί εύκολα : prix identifiable
- εν τούτοις ο μαρτενσίτης χαράσσεται πιο εύκολα : tandis que la martensite s'attaque plus rapidement
Subscribe
0 Comments


