Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θέτω στα γαλλικά
θέτω
λέγεται
’theto
.
θέτω
σημαίνει στα γαλλικά
poser
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θέτω : positionner
- ηρεμώ / θέτω σε ηρεμία : mettre au repos
- εκκινώ / θέτω σε λειτουργία : démarrer
- κλείνω / θέτω εκτός λειτουργίας : fermer
- ξεκίνημα / θέτω σε εκκίνηση : mise en marche
- θέτω όρο : stipulation
- συνταυτίζω / θέτω σε σύμπτωση : mise en coïncidence
- εγκαθιστώ / θέτω σε λειτουργία : mettre en route
- θέτω σε ισχύ : mettre en vigueur
- θέτω θεώρηση : apposer un visa
Subscribe
0 Comments


