Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θερμοκήπιο στα γαλλικά
θερμοκήπιο
λέγεται
thermo’kipio
.
θερμοκήπιο
σημαίνει στα γαλλικά
serre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θερμοκήπιο : serre
- θερμοκήπιο : abri-serre
- θερμοκήπιο : serre chaude
- ηλιακó θερμοκήπιο : serre solaire
- προσαρτημένο θερμοκήπιο / θερμοκήπιο για θέρμανση κατοικíας : serre / tampon
- καλλιέργεια σε θερμοκήπιο / καλλιέργεια κηπευτικών προϊόντων επί του εδάφους : culture en serre / horticulture liée au sol
- καλλιέργεια σε θερμοκήπιο : culture de serre
- μόνιμη φυτεία σε θερμοκήπιο / μόνιμη καλλιέργεια σε θερμοκήπιο : culture permanente sous serre
- θερμοκήπιο για εμπορικό κήπο : serre pour l'horticulture professionelle
- θερμοκήπιο τεχνητής ωρίμανσης : forcerie
Subscribe
0 Comments


