Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θολώνω στα γαλλικά
θολώνω
λέγεται
tho’lono
.
θολώνω
σημαίνει στα γαλλικά
troubler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θολώνω / θαμπώνω : ternir / louchir
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
