Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ιδιαίτερος στα γαλλικά
ιδιαίτερος
λέγεται
idhi’eteros
.
ιδιαίτερος
σημαίνει στα γαλλικά
particulier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ιδιαίτερος μαθητής : élève privé
- ιδιαίτερος' ατομικός : individu
- ιδιαίτερος προορισμός προïόντος : destination particulière d'un produit
- κινητόν φράγμα 2.ιδιαίτερος τύπος ρυθμιστού : barrage mobile
- ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της γεωργικής δραστηριότητος : le caractère particulier de l'activité agricole
Subscribe
0 Comments


