Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ιδιότητα στα γαλλικά
ιδιότητα
λέγεται
idhi’otita
.
ιδιότητα
σημαίνει στα γαλλικά
propriété / qualité
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ιδιότητα / (ιδιο)χαρακτηριστικό (γνώρισμα) : attribut
- βαθμός / τίτλος : titre
- θέση / ιδιότητα : fonction
- ιδιότητα : caractère qualitatif
- διπλό αξίωμα / διπλή ιδιότητα : double casquette
- αντιγονικότητα / αντιγονική ιδιότητα : antigénicité
- αρχική ιδιότητα : attribut par défaut
- εγγενής ιδιότητα : propriété intrinsèque
- έμφυτη ιδιότητα : propriété intrinsèque
- ιδιότητα κελιού / ιδιότητα κυψέλης : attribut de cellule / attribut d'une cellule
Subscribe
0 Comments


