Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κάτι στα γαλλικά
κάτι
λέγεται
’kati
.
κάτι
σημαίνει στα γαλλικά
quelque chose
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- συνεγκαθιστώ / τοποθετώ δίπλα σε [κάτι, κάποιον] : regrouper / stationner
- ομογενοποίηση / η επεξεργασία του να γίνεται κάτι ομοιογενές : homogénéisation
- αφήνω (κάτι) εκκρεμές : tenir en suspens
- χωρίς να θίγω (θίξω) κάτι : sans porter atteinte à
- προσπορίζομαι αθέμιτο όφελος από κάτι : tirer indûment profit de qqch.
- βασίζομαι, στηρίζομαι προκειμένου να εξετάσω κάτι : faire fond sur (qqu., qqch.)
- αίσθημα κατά το οποίο νομίζει κανείς ότι έχει ακούσει ή αντιληφθεί κάτι προηγούμενα : sentiment du déjà-vu
Subscribe
0 Comments


