Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κάτοχος στα γαλλικά
κάτοχος
λέγεται
’katohos
.
κάτοχος
σημαίνει στα γαλλικά
détenteur
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κάτοχος : porteur / détenteur
- κάτοχος / ιδιοκτήτης : propriétaire
- κάτοχος : détenteur
- πελάτης / κάτοχος λογαριασμού : titulaire de compte / détenteur d'un compte courant
- μπλόγκερ / ιστολόγος : blogueur (Preferred) / bloggeur (Obsolete)
- αιγοτρόφος / κάτοχος αιγών : détenteur de chèvres
- πτυχιούχος / διπλωματούχος : diplômé
- ομολογιούχος / κάτοχος ομολογιών : obligataire / porteur d'obligations
- κάτοχος ζώων : détenteur d'animaux
- κάτοχος θέσης : titulaire d'un emploi
Subscribe
0 Comments


