Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καθίζω στα γαλλικά
καθίζω
λέγεται
ka’thizo
.
καθίζω
σημαίνει στα γαλλικά
asseoir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καθίζω / προσαρμόζω : se mettre à sec / se mettre au plein
Subscribe
0 Comments


